ΟΡΦΑΝΕΜΕΝΕΣ ΡΙΖΕΣ

Θέρισες ανεμώνες και τις έστησες στο βάζο
-αντίδοτο για την αγιάτρευτη κακογουστιά της πόλης.

Στο πανάκριβό σου βάζο, οι τελευταίες εκπνοές
καταντήσανε φυσαλίδες οξυγόνου
στα γυάλινα τοιχώματα.

Τα πόδια μου, ακρωτηριασμένα, κρέμονται ακίνητα
                                                                           μες στο νερό.
Στηρίζομαι απ’ τις μασχάλες στο χείλωμα του βάζου.
Τα χέρια μου άρχισαν να ξεραίνονται.
Το κεφάλι μου, αναίσθητο, ακουμπά στους ώμους μου.

Πλησιάζεις και μυρίζεις κάθε τόσο τα μαλλιά μου.

Κάθε δυο μέρες αλλάζεις το νερό, να μη βρωμήσει
                                              το πεθαμένο αίμα.

Θα ’ρθει κι η ώρα που θα με πετάξεις στα σκουπίδια.

Η γη της πατρίδας
είναι πια ξερές ορφανεμένες ρίζες,
είναι τα παραχωμένα παπούτσια
κι οι αστράγαλοί μου.


Φεβρουάριος 2012


Από την ποιητική συλλογή "Χαμένες ψηφίδες"
Ιδιωτική έκδοση - Μάρτιος 2012.